Για τη νέα μονάδα ΕΛΠΕΝΤΙΣΟΝ

Η «Λαϊκή Συσπείρωση» ΚΜ σχετικά με την Γνωμοδότηση για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων της δραστηριότητας “Νέα μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδυασμένου κύκλου ισχύος 826MWe” της εταιρείας Εlpedison Α.Ε. που θα εγκατασταθεί στην εκτός σχεδίου περιοχή της Δ.Ε. Εχεδώρου, στο Δήμο Δέλτα της Π.Ε. Θεσσαλονίκης

 

Η παρούσα τοποθέτησή[1] μας αφορά την διαδικασία διαβούλευσης – γνωμοδότησης σχετικά με τη νέα μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με χρήση φυσικού αερίου της ELPEDISON, σε εκτός σχεδίου γήπεδο ιδιοκτησίας της εταιρείας. Ο χώρος εγκατάστασης της νέας δραστηριότητας βρίσκεται εντός του ευρύτερου χώρου που καταλαμβάνουν συνολικά οι εγκαταστάσεις του ομίλου των ΕΛΠΕ και είναι τμήμα της περιοχής του αγροκτήματος Διαβατών, της Δ.Ε. Εχεδώρου του Δήμου Δέλτα της Π.Ε. Θεσσαλονίκης. Υπενθυμίζουμε, εκ προοιμίου, ότι ο όμιλος των ΕΛΠΕ προχωρά στην περιβαλλοντική αδειοδότηση μιας νέας βιομηχανικής μονάδας, ενώ παράλληλα έχει αφήσει ως εκκρεμότητα την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος, όπως αυτά αναδείχθηκαν ύστερα από τις αντιδράσεις των κατοίκων της Δυτικής Θεσσαλονίκης για την χρόνια “δυσοσμία” και με βάση τα πορίσματα της μελέτης του ΑΠΘ.

Η φύση, ο τόπος και ο χρόνος υλοποίησης της συγκεκριμένης επένδυσης των ΕΛΠΕ, μας οδηγεί να τοποθετηθούμε συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στην παραγωγή Ενέργειας και τις επιπτώσεις τους στους εργαζόμενους και συνολικά τα φτωχά λαϊκά στρώματα της χώρας, αλλά και τις πιο ιδιαίτερες επιπτώσεις τις σχεδιαζόμενης μονάδας στην τοπική κοινωνία, οι οποίες προκύπτουν από τη χωροθέτησή της σε μια ήδη πολύμορφα επιβαρυμένη και κατοικημένη περιοχή.

Η συγκεκριμένη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύσιμο το φυσικό αέριο δεν είναι  ούτε η πρώτη που υλοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια, αλλά ούτε και η μοναδική που βρίσκεται στα σκαριά, ως “νέα” επένδυση την τρέχουσα χρονική περίοδο. Στον ίδιο χώρο λειτουργεί ήδη μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής, συνδυασμένου κύκλου, με φυσικό αέριο, ισχύος 400MW. Η νέα μονάδα σχεδιάζεται να έχει υπερδιπλάσια εγκατεστημένη ισχύ, 826MW. Αντίστοιχες προθέσεις, έχουν εκφράσει: α) η εταιρεία Μυτιληναίος για μονάδα ισχύος 650 MW στο Ενεργειακό Κέντρο του Άγ. Νικολάου Βοιωτία, την οποία και θεμελίωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός, β) ο Όμιλος Κοπελούζου, για μονάδα δυναμικότητας 660 MW στην Αλεξανδρούπολη, κοντά στο FSRU που έχει δρομολογήσει, γ) η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, για μονάδα ισχύος 660 MW στην Κομοτηνή, δ) η ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ, για μονάδα ισχύος 560 mw στη Θίσβη, ε) ο Όμιλος Καράτζη (ιδιοκτήτης και της ηλεκτρικής εταιρείας ΚΕΝ) για μονάδα δυναμικότητας 665 MW στη Λάρισα.

Θα περίμενε κανείς, ότι η πληθώρα επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα, τόσο των ήδη υφιστάμενων, όσο και των σχεδιαζόμενων, θα συνέβαλε στην επάρκεια με φθηνή ενέργεια για το λαό. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Είναι πραγματικά πρόκληση σε μια χώρα τόσο πλούσια σε ενεργειακές πηγές, όπως η Ελλάδα, να υπάρχουν τέτοια ψηλά ποσοστά ενεργειακής φτώχειας. Έρευνα του 2017 στην Αττική, που έχει ηπιότερες κλιματολογικές συνθήκες απ’ τη Βόρεια Ελλάδα, ανέδειξε ότι το 60% των ανέργων και το 43% του πληθυσμού δεν εξασφαλίζει ικανοποιητική θέρμανση. Άλλη έρευνα ανέδειξε ότι το 50% των χρηστών χρησιμοποιεί το χειμώνα θέρμανση στο σπίτι του λιγότερο από 6 ώρες ημερησίως.

Οι ένοχοι για την ενεργειακή φτώχεια δεν μπορούν να κρυφτούν. Η τρομακτική επιβάρυνση των λαϊκών καταναλωτών απ’ το κόστος των καυσίμων αποκαλύπτεται αν δει κανείς πώς η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 60% σε σχέση με το 2007, την ίδια ώρα που οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου είναι σήμερα περίπου 20% μικρότερες σε σχέση με τις τιμές του 2007. Αξίζει μάλιστα να σημειώσουμε πως μόλις υπάρξει η παραμικρή αύξηση διεθνών τιμών μετακυλίεται αμέσως στον καταναλωτή, ενώ δε συμβαίνει ποτέ ανάλογη μείωση με την πτώση των διεθνών τιμών.

Οι μεγάλοι όμιλοι που κυριαρχούν στην εγχώρια αγορά καυσίμων, όπως τα ΕΛΠΕ, επιτυγχάνουν κολοσσιαία κέρδη σε όλη την αλυσίδα, αφού διαθέτουν μερίδια στις εγκαταστάσεις παραγωγής, στα μέσα μεταφοράς, διυλιστήρια και σημεία πώλησης. Σημειώνουμε ενδεικτικά πως τα 1,6 ευρώ για 1 λίτρο βενζίνης, περίπου πάνω από τα 50 λεπτά, δηλαδή σχεδόν 80 ευρώ για κάθε βαρέλι, καταλήγουν αθροιστικά στα διυλιστήρια και στην εταιρία πώλησης του πετρελαίου, ενώ με τις συνεχείς αυξήσεις στη φορολογία των υδρογονανθράκων, η φορολογική επιβάρυνση φτάνει το 1 ευρώ σε κάθε λίτρο.

Παρόμοια κατάσταση ενεργειακής φτώχειας για τα λαϊκά στρώματα αποτυπώνεται και στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Ιδιαίτερα από την περίοδο της σχεδόν δεκαετούς καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αλλά και νωρίτερα, είναι χιλιάδες τα νοικοκυριά που δυσκολεύονται ή αδυνατούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς ρεύματος, κυρίως στη ΔΕΗ, λόγω του μικρότερου ακόμα μεριδίου στην αγορά των υπόλοιπων ιδιωτών παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας. Το μέτρο της μικρής μείωσης του ΦΠΑ στο ρεύμα δεν ανακούφισε τα νοικοκυριά. Αντίθετα συντέλεσε στο άνοιγμα ενός δρόμου που οδηγεί σε νέες επιβαρύνσεις, με αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος και ένταση του κυνηγιού των λαϊκών οικογενειών που αδυνατούν να πληρώσουν τους λογαριασμούς.

Τα παραπάνω είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, που ακούει στο όνομα “απελευθέρωση” του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για μια βαθιά αντιλαϊκή πολιτική της ΕΕ που υπηρετήθηκε με συνέπεια από όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ και των συνοδοιπόρων τους. Αυτή η πολιτική οδήγησε σε δραματική επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, σε επιδείνωση της θέσης των εργαζομένων του κλάδου. Επίσης τα 2 προηγούμενα χρόνια είχαμε δραματική αύξηση των εισαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος με πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις. Ωφελημένοι βγήκαν οι ιδιωτικοί όμιλοι, που διασφάλισαν θεαματική κερδοφορία.  Η προώθηση της πολιτικής της «απελευθέρωσης» που προώθησε η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τη στήριξη της ΝΔ, είχε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες και στην οικονομική πορεία της ΔΕΗ. Με το 3ο μνημόνιο συμφωνήθηκε να φτάσει η μείωση του μεριδίου της ΔΕΗ στο 50% του συνόλου της αγοράς, για να διασφαλιστεί η κερδοφορία των άλλων ιδιωτικών ομίλων. Με το σύστημα δημοπρασιών τύπου ΝΟΜΕ, που εφάρμοσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, υποχρεώθηκε η ΔΕΗ να πουλά το ρεύμα που παράγει κάτω του κόστους στους ανταγωνιστές της. Για να διασφαλιστούν τα ετήσια ματωμένα πλεονάσματα, το κράτος δεν απέδιδε μέρος των οφειλών από Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας στη ΔΕΗ. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει πάρει πλέον τη σκυτάλη από τις ΝΟΜΕ του ΣΥΡΙΖΑ και προχωράει στη δρομολόγηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, που συμφωνήθηκε στο 3ο μνημόνιο, με στόχο την πλήρη “απελευθέρωση” της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε όλη αυτή την πορεία, εκτός από τα γνωστά και κούφια επιχειρήματα περί πτώσης των τιμών λόγω του ανταγωνισμού που θα αναπτυχθεί, γίνεται και η προσπάθεια να προωθηθεί αυτή η πολιτική και στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος. Η επίκληση στην προστασία του περιβάλλοντος είναι υποκριτική από τους εκπροσώπους του καπιταλιστικού συστήματος, που το καταστρέφει και στη συνέχεια εμπορεύεται την προστασία του. Οι πραγματικοί στόχοι της ΕΕ για την «πράσινη ενέργεια» ήταν να επιταχυνθεί η «απελευθέρωση» της αγοράς, να περιοριστεί η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενα καύσιμα και να προωθηθεί η σχετική ευρωενωσιακή τεχνολογία στις ΑΠΕ. Είναι από χρόνια γνωστό το χαράτσι για τις ΑΠΕ που πληρώνουν οι λαϊκές οικογένειες  στους λογαριασμούς ρεύματος, το οποίο κατευθύνεται στην εξασφάλιση της κερδοφορίας των επενδύσεων μονοπωλιακών ομίλων σε ΑΠΕ.

Το νέο “Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα” της ΝΔ, εξειδικεύει την “Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ενέργεια και το Περιβάλλον” της ΕΕ. Παρουσιάζεται ως τεράστια ευκαιρία για την προσέλκυση καινοτόμων επενδύσεων, ως συμβολή στην προστασία του περιβάλλοντος, ως σχέδιο προστασίας της λαϊκής κατανάλωσης. Τα ίδια ισχύουν και για το σχέδιο “εξυγίανσης της ΔΕΗ”. Στην πραγματικότητα η “Νέα Πράσινη Συμφωνία”, που προωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξειδικεύει η ελληνική κυβέρνηση έχει ως βασικούς στόχους:

  • να δώσει κερδοφόρα επενδυτική διέξοδο σε κεφάλαια που λιμνάζουν, που έχουν υπερσυσσωρευτεί,
  • να αντιμετωπίσει η ΕΕ την ενεργειακή υπεροχή των ΗΠΑ και της Ρωσίας στον τομέα των υδρογονανθράκων,
  • να προωθήσει τα εμπορεύματα “πράσινης τεχνολογίας” στα οποία η ΕΕ έχει συγκριτικό πλεονέκτημα.

Μοναδικοί ωφελημένοι απ’ το σχέδιο “απολιγνιτοποίησης του εγχώριου συστήματος ηλεκτροπαραγωγής έως το 2028” θα είναι ελάχιστοι μονοπωλιακοί όμιλοι που έχουν ήδη επενδύσει και προετοιμάζουν νέες επενδύσεις στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο και ΑΠΕ καθώς και όμιλοι που θα επενδύσουν στη Δυτική Μακεδονία μετά τη διάλυση της βαριάς βιομηχανίας λιγνιτικών σταθμών.

Το σχέδιο της κυβέρνησης θα φέρει δραματική εκτίναξη της ανεργίας, αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας, μεγάλη επιβάρυνση στα τιμολόγια οικιακής κατανάλωσης. Η αύξηση της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο οδηγεί σε μεγάλη σπατάλη αντί σε εξοικονόμηση Ενέργειας. Σπαταλιέται ένας πολύτιμος μη ανανεώσιμος φυσικός πόρος για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με βαθμό απόδοσης πολύ μικρότερο από αυτό της απευθείας χρήσης του για θέρμανση, περίπτωση στην οποία πλησιάζει το 100%, βοηθώντας παράλληλα στην εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας για τη θέρμανση νερού.

Το φυσικό αέριο δεν είναι ΑΠΕ, αλλά ονομάζεται “μεταβατικό” καύσιμο σε μια πορεία “απεξάρτησης” από τους υδρογονάνθρακες και στροφής προς τις ΑΠΕ. Τα αποθέματά του και η τιμή ακολουθούν την πορεία του πετρελαίου, με μια χρονική υστέρηση 2-3 ετών. Η αύξηση της συμμετοχής του στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, υπό αυτές τις συνθήκες, αυξάνει την εξάρτησή της από εξωτερικές ενεργειακές πηγές, εκθέτει το λαϊκό εισόδημα στους κινδύνους των αυξομειώσεων των τιμών των υδρογονανθράκων, που προκαλούνται από τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις των μονοπωλιακών ομίλων. Συμβάλει στη μεγαλύτερη εμπλοκή της χώρας στους αιματηρούς ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των πηγών και δρόμων ενέργειας, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη Μ. Ανατολή και την Α. Μεσόγειο, στο Αιγαίο με την προκλητική επιθετικότητα της τουρκικής αστικής τάξης.

Το αποκλειστικό κριτήριο με βάση το οποίο προκρίνεται η χρήση του φυσικού αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή, είναι το χαμηλότερο κόστος και η γρήγορη απόσβεση του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, που τελικά οδηγούν σε αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων, σε σχέση με άλλες τεχνολογίες. Στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος και αξιοποιώντας την κερδοσκοπία του χρηματιστηρίου ρύπων CO2, ορθώνεται σταδιακά μια μονομέρεια στη χρήση του φυσικού αερίου, παρόμοια με αυτή της προώθησης των ιδιωτικών επενδύσεων ΑΠΕ, που βάζει σε περιπέτειες την ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια των εργαζόμενων, αυτοαπασχολούμενων, βιοπαλαιστών αγροτών και των οικογενειών τους στη χώρα. Παράλληλα, η χρήση των παραπάνω, στα πλαίσια την αναρχίας που προκαλεί το κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους, εξανεμίζει τα όποια περιβαλλοντικά οφέλη μπορούν να προκύψουν, όπως δείχνει χαρακτηριστικά η χωροθέτηση των ΑΠΕ.

Αν το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις τους, αυτές των ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και λοιπών, είχαν πραγματικό ενδιαφέρον για το περιβάλλον, θα έδιναν βάρος στους μεγάλους υδροηλεκτρικούς σταθμούς που συμβάλλουν ταυτόχρονα στην ύδρευση, στην άρδευση και στην αντιπλημμυρική προστασία. Δεν θα επέτρεπαν να συνοδεύεται η εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων με την καταστροφή μεγάλων εκτάσεων δασικής γης, με τη διατάραξη της βιοποικιλότητας και της υδρολογικής ισορροπίας, με την προκλητικά δυσανάλογη κατανομή των αιολικών πάρκων στις διάφορες περιοχές της χώρας, με τα κουφάρια των παλιών ανεμογεννητριών που εγκαταλείπουν οι εταιρείες. Πρόκειται για ζητήματα που θα επιδεινώσει το νέο νομοσχέδιο δήθεν εκσυχρονισμού της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Τα χρήματα που σπαταλώνται σ’ αυτό το αντιλαϊκό πλαίσιο της ΕΕ, καθώς και για την ενίσχυση του δικτύου ώστε να αντισταθμίζεται η αστάθεια που δημιουργούν οι ΑΠΕ, θα μπορούσαν να διατεθούν στην αξιοποίηση του εγχώριου λιγνίτη με σύγχρονη τεχνολογία, πιο φιλική στο περιβάλλον, με μονάδες συνδυασμένου ή και υπερκρίσιμου κύκλου, υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες βελτίωσης των τεχνολογιών αξιοποίησης του λιγνίτη για παραγωγή ενέργειας. Το ίδιο ισχύει και για  τη σχετική αντιρυπαντική τεχνολογία. Αυτό τεκμηριώνεται από πληθώρα δημοσιευμένων επιστημονικών ερευνών και μελετών, ακόμα και από φορείς του αστικού κράτους (π.χ. διημερίδα ΤΕΕ στην Αθήνα τον Ιούλιο του 2005). Το εμπόδιο στην εφαρμογή και περαιτέρω ανάπτυξή τους είναι, ότι τα αρπακτικά της «πράσινης ενέργειας» επιθυμούν να διασφαλίζουν γρήγορα και μεγάλα κέρδη, χωρίς κανέναν επιχειρηματικό κίνδυνο και με εγγυημένες τιμές απόδοσης, χωρίς καμία σκέψη για τις οικονομικές επιπτώσεις στα λαϊκά στρώματα, για την ουσιαστική και πολύπλευρη προστασία του περιβάλλοντος. Άλλωστε η προώθηση της χρήσης του φυσικού αερίου στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος προς όφελος των επιχειρηματικών ομίλων, ξεκίνησε όταν ακόμα η τιμή του φυσικού αερίου ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του εγχώριου λιγνίτη και όχι στη σημερινή συγκυρία.

Μέσα σε αυτό το συνολικό πλαίσιο θα λειτουργήσει η συγκεκριμένη επένδυση και μέσα σε αυτό την κρίνουμε. Άλλωστε πρόκειται για δραστηριότητα που σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ανήκει στην κατηγορία Α1, όπου κατατάσσονται έργα και δραστηριότητες που ενδέχεται να προκαλέσουν πολύ σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και αδειοδοτούνται από το ΥΠΕΝ. Η νέα μονάδα λοιπόν, αναμένεται να έχει θετικές επιπτώσεις αποκλειστικά στην ενίσχυση της κερδοφορίας του ομίλου και στην απόκτηση προβαδίσματος έναντι των ανταγωνιστών του.

Σήμερα η Elpedison διαθέτει δύο ιδιόκτητες μονάδες, μια στη Θίσβη Βοιωτίας, ισχύος 420 MW, και μια στη Θεσσαλονίκη, ισχύος 400 MW, που αντιστοιχούν στο 10% της συνολικής παραγωγής των θερμικών και υδροηλεκτρικών μονάδων του διασυνδεδεμένου συστήματος. Η προσθήκη των 826 MW θα την οδηγήσει στην κατοχή περίπου του 20% της συνολικής παραγωγής. Πρόκειται για μια αύξηση που δεν θα επιφέρει ανακούφιση στο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας, εξαιτίας του συνολικότερης “απελευθέρωσης” της αγοράς ενέργειας, στην ΕΕ και την Ελλάδα, αλλά και της στόχευσης της Elpedison, για εξαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε χώρες των Δ. Βαλκανίων, όπως Σερβία, B. Μακεδονία, και Αλβανία, όπου θεωρεί ότι δημιουργούνται σημαντικές ευκαιρίες.

Στη συγκεκριμένη ΜΠΕ, αλλά και σε άλλες αντίστοιχες για δραστηριότητες και έργα επιχειρήσεων που συμμετέχουν στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής CO2, δίνεται έκταση στις υποτιθέμενες ευρύτερες θετικές επιπτώσεις από τη μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων, σε κλίμακα μεγαλύτερη από τα γεωγραφικά όρια επιρροής της δραστηριότητας. Η ίδια ευρύτητα όμως δεν χρησιμοποιείται για τις επιπτώσεις στις θέσεις εργασίας. Η εκ των πραγμάτων συνεισφορά του έργου στη διαδικασία “απολιγνιτοποίησης” της παραγωγής ενέργειας, σημαίνει ότι συνεισφέρει επίσης και στην απώλεια θέσεων εργασίας που αυτή θα σημάνει. Το γεγονός αυτό όμως δεν προσμετράται στον προσδιορισμό των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεών από τους συντάκτες της ΜΠΕ και την εταιρεία, που κατά άλλα τις κρίνουν θετικές.

Λαμβάνοντας υπόψη το αριθμητικό μέγεθος του προσωπικού σε άλλες παρόμοιες μονάδες και το γεγονός ότι στον ίδιο χώρο λειτουργεί  ήδη η παλιότερη μονάδα της ELPEDISON, είναι πιθανό να  δημιουργηθούν το πολύ 20 θέσεις εργασίας κατά τη λειτουργία της μονάδας. Η εκτίμηση συμφωνεί με διεθνή στατιστικά στοιχεία για την ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο. Επιπλέον, αν η εκτίμηση για την ποσότητα υγρών λυμάτων του προσωπικού που αναγράφεται στη ΜΠΕ (50 κ.μ./έτος) είναι σωστή, τότε ίσως οι νέες θέσεις εργασίας να είναι λιγότερες και από 20. Πρόκειται για πολύ ισχνή “επίδοση” για μια επένδυση 400 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς καν να ληφθεί υπόψη το ύψος του μισθού των εργαζομένων ή η έκταση των νομοθετημένων αντεργατικών μέτρων που θα αξιοποιήσει η εταιρεία για την περαιτέρω συμπίεση της τιμής της εργατικής τους δύναμης. Αυτός μάλλον είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΜΠΕ δεν αναφέρει ρητά αύξηση των υπαρχουσών θέσεων εργασίας, αλλά υπερθεματίζει στις διάφορες γνωστές “φιλανθρωπικού” χαρακτήρα δράσεις τις εταιρείας στην τοπική κοινωνία, που μοιάζουν με ελεημοσύνη, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο όμιλος των ΕΛΠΕ καταγράφει εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και τζίρο της τάξης των 10 δισ.  Ευρώ. Τέτοιες δράσεις και προγράμματα   υλοποιούνται στα πλαίσια της λεγόμενης κοινωνικής εταιρικής ευθύνης για το “φτιασίδωμα” του προφίλ του ομίλου και για φορολογικά οφέλη. Αναπτύσσονται στο έδαφος της απόσυρσης του αστικού κράτους από τομείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής, που με αυτό τον τρόπο “εξοικονομεί” οικονομικούς πόρους για την πολύμορφη ενίσχυση επιχειρηματικών ομίλων και  ταυτόχρονα ανοίγει το δρόμο για σχετικές ιδιωτικοποιήσεις.

Σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου, σημειώνουμε ότι δεν αμφισβητούμε την επιστημονική κατάρτιση των μελετητών – συντακτών της ΜΠΕ. Τοποθετούμαστε όμως πολιτικά και σε αυτά τα πλαίσια δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε, ότι η σύνταξη των ΜΠΕ γίνεται με βάση μια περιβαλλοντική νομοθεσία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα εξυπηρέτησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Δεν γίνεται να αγνοήσουμε τις ελλείψεις και τα κενά στην άσκηση του περιβαλλοντικού ελέγχου που είναι ευθύνη του κράτους, όπως μαρτυρά η υπόθεση της “δυσοσμίας” στη δυτική Θεσσαλονίκη, με υπαίτιο τα ΕΛΠΕ.

Είναι προκλητική η απουσία ουσιαστικού ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, τη στιγμή που ακόμα και η μελέτη του ΑΠΘ, που συγχρηματοδοτήθηκε απ’ τα ΕΛΠΕ, διαπιστώνει την αυξημένη συγκέντρωση τοξικών και καρκινογόνων παραγόντων κινδύνου, όπως το βενζόλιο. Επιμένουμε σ’ αυτή τη σημαντική επισήμανση γιατί  το θέμα δεν περιορίζεται μόνο στην ενοχλητική δυσοσμία και στην πολύ ψηλή συγκέντρωση μερκαπτάνων που εκλύονται απ’ τη μονάδα αφυδάτωσης λάσπης, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στον οικισμό του Κορδελιού και στην ανοιχτή μονάδα επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων του εργοστασίου. Η δυσοσμία πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά, όμως δεν πρέπει να κρυφτεί ο πολύ πιο σοβαρός κίνδυνος του δυνητικά καρκινογόνου βενζολίου που φαίνεται να αποτελεί το 10% των αρωματικών υδρογονανθράκων που μετρήθηκαν. Με βάση τα στοιχεία, η σχετική περιβαλλοντική επιβάρυνση προσεγγίζει τις οριακές τιμές επαγγελματικής έκθεσης, που έχουν όμως οριστεί για 8ωρη εργασία και όχι συστηματική, συνεχή έκθεση του τοπικού πληθυσμού. Η πρόκληση είναι ακόμα μεγαλύτερη γιατί τα ΕΛΠΕ δεν έχουν ακόμα υλοποιήσει ούτε καν τα μέτρα που συμφώνησαν τρεις μήνες πριν τις ευρωεκλογές με την κυβέρνηση, δηλαδή τα πρόσθετα συστήματα δέσμευσης υδρογονανθράκων και θειούχων ενώσεων, τα έργα αναβάθμισης της κατεργασίας υγρών απόβλητων και την Ανάκτηση Απαερίων Πυρσού. Αντίθετα προχωράνε σε μια νέα επένδυση 400 εκατ. Ευρώ για μια νέα δραστηριότητα υψηλής όχλησης, χωρίς να έχουν λύσει τα προηγούμενα προβλήματα που δημιούργησαν. Δεν έχουμε λοιπόν καμία εμπιστοσύνη στην τήρηση των όποιων περιβαλλοντικών όρων εκδοθούν για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου.

Επιπρόσθετα είναι υπαρκτός και μεγάλος ο κίνδυνος βιομηχανικού ατυχήματος μεγάλης έκτασης, αφού συνεχίζεται και ενισχύεται η απαράδεκτη γειτνίαση βιομηχανικών μονάδων και χωρών κατοικίας. Αυτή η συνύπαρξη δε διατηρείται τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα της κρατικής πολιτικής που στηρίζει τα κέρδη των ομίλων σε βάρος της ζωής και της ασφάλειάς μας. Δεν πρόκειται για ένα υποθετικό απίθανο σενάριο κινδύνου. Ενδεικτικά αναφέρουμε την έκρηξη στην Πετρόλα το 1992 με 14 νεκρούς και αρκετούς τραυματίες, την πυρκαγιά στην Jet Oil εδώ στη Θεσσαλονίκη το 1987, η οποία έκαιγε αρκετές μέρες, απείλησε γειτονικές εγκαταστάσεις και είχε σαν αποτέλεσμα την έκλυση τοξικών ουσιών στην ατμόσφαιρα, την πυρκαγιά στις δεξαμενές πετρελαιοειδών της εταιρείας ΧΥΜΑ ΑΕ στο Λαύριο το 2006 με σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον κ.ά.

Όλα τα παραπάνω ατυχήματα και πολλά άλλα είναι τα εγκληματικά αποτελέσματα της παραγωγής, του χωροταξικού σχεδιασμού και της αναπτυξιακής πολιτικής με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος και όχι την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Γι’ αυτό και ο κρατικός έλεγχος είναι τυπικός και ψευδεπίγραφος. Αναφερόμαστε ενδεικτικά:

  • Στην έλλειψη ουσιαστικού κρατικού ελέγχου της εφαρμογής της νομοθεσίας και των κανονισμών για την υγεία και ασφάλεια των εργαζόμενων και τα ατυχήματα μεγάλης έκτασης (οδηγία Seveso).
  • Σε κενά της ίδιας της νομοθεσίας που συμβάλλουν στο να μην εφαρμόζεται αυτή αποτελεσματικά, όπως για παράδειγμα η έλλειψη προδιαγραφών και θεσμοθετημένων μεθοδολογιών για μια σειρά ζητήματα (π.χ. ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας σε μια περιοχή που θα λαμβάνει υπόψη την αλληλεπίδραση παραγόντων).

Ιδιαίτερα σήμερα, μετά την τρίτη αναθεώρηση της οδηγίας Seveso με την ΚΥΑ του 2016, δεν έχει παρουσιαστεί καμιά επικαιροποιημένη μελέτη, κανένα ειδικό Σχέδιο Αντιμετώπισης Βιομηχανικού Ατυχήματος Μεγάλης Έκτασης, ούτε έχει προχωρήσει η χαρτογράφηση των εγκαταστάσεων Seveso ανώτερης και κατώτερης βαθμίδας στην ευρύτερη περιοχή της Δυτ. Θεσσαλονίκης. Να προσθέσουμε εδώ ότι δεν αρκούν τα σχέδια επί χάρτου. Χρειάζεται επαρκές εκπαιδευμένο προσωπικό, οργάνωση, ενημέρωση των κατοίκων, εξοπλισμός και μέσα, οδοί διαφυγής για το σύνολο του πληθυσμού, επαρκείς υποδομές για την αποκατάσταση της υγείας των πληγέντων. Πρόκειται για ουσιαστικές ελλείψεις, που την κρίσιμη στιγμή θα έρθουν βίαια στην επιφάνεια, και θα φανερώσουν μια γύμνια του δήθεν αποτελεσματικού αστικού κράτους που καμιά επίκληση στην ατομική ευθύνη των εργαζόμενων και των κατοίκων θα μπορεί να κρύψει.

Καταλήγοντας, πιστεύουμε ότι το συγκεκριμένο έργο δεν εξυπηρετεί την κάλυψη των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών για:

  1. Τη μείωση του βαθμού ενεργειακής εξάρτησης της χώρας.
  2. Την εξασφάλιση επαρκούς λαϊκής κατανάλωσης.
  3. Την ασφάλεια των εργαζομένων του κλάδου και των οικιστικών ζωνών και γενικότερα την ισόρροπη παρέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλλον.

Γίνεται με αποκλειστικό γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος του συγκεκριμένου ομίλου και αντιπροσωπεύει μια οικονομική ανάπτυξη που προϋποθέτει την μεγαλύτερη εξαθλίωση του λαού και ευθύνεται για την καταστροφή του περιβάλλοντος. Δεν τρέφουμε αυταπάτες και γνωρίζουμε, πως για να υπάρξει διέξοδος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων, χρειάζεται η εργατική τάξη, ο λαός, να πάρει στα χέρια του το τιμόνι της εξουσίας και τα κλειδιά της οικονομίας, κοινωνικοποιώντας τα μέσα παραγωγής, τη γη, καταργώντας τη σκλαβιά της μισθωτής εργασίας. Μέσα σε αυτό το ιδιοκτησιακό και πολιτικό καθεστώς της εργατικής εξουσίας οι εγχώριες ενεργειακές πηγές, οι πρώτες ύλες, τα μέσα παραγωγής, μεταφοράς, διανομής της ενέργειας θα αποτελούν κοινωνική κρατική ιδιοκτησία. Ο ενεργειακός σχεδιασμός, μέρος του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού, θα μπορεί να αναπτύξει την παραγωγή και να ικανοποιεί συνδυασμένα το σύνολο των λαϊκών αναγκών. Θα κατοχυρώνει ότι το ενεργειακό προϊόν θα είναι κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα με μέριμνα για τη βελτίωση του ενεργειακού μείγματος, τη συνδυασμένη αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων εγχώριων πηγών και τεχνολογικών λύσεων με στόχο τη συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και την ισόρροπη παρέμβαση στο περιβάλλον. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο χωροταξικός σχεδιασμός, οι αποστάσεις μεταξύ βιομηχανικών μονάδων και κατοικημένων περιοχών, η λειτουργία και η οργάνωση των μονάδων παραγωγής θα έχουν ως στόχο την εγγενή ασφάλεια, δηλαδή την προσπάθεια εξάλειψης των πηγών κινδύνου. Το σύστημα υγείας θα εστιάζει στην πρόληψη και στις ασφαλείς συνθήκες εργασίας.

Όπως γνωρίζετε δεν περιμένουμε παθητικά να ξημερώσει μια τέτοια μέρα, αλλά καθημερινά παλεύουμε για να ανοίξει αυτός ο δρόμος που οδηγεί σε λύσεις πραγματικά προς όφελος του λαού. Γι αυτό διεκδικούμε μέτρα ανακούφισης και βελτίωσης της σημερινής κατάστασης από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων και με το ίδιο πείσμα, είτε πρόκειται για το λαϊκό εισόδημα, είτε για την προστασία της υγείας του λαού από την ατμοσφαιρική μόλυνση και το ενδεχόμενο ενός βιομηχανικού ατυχήματος, για να εφαρμόσουν τα ΕΛΠΕ τα μέτρα που έχουν επισημάνει οι ειδικοί επιστήμονες.  Το ίδιο κάνουμε αυτή την περίοδο και για την ουσιαστική προστασία από την πανδημία του COVID-19, που ήρθε να προστεθεί στα ήδη οξυμένα προβλήματα. Αυτό θα συνεχίσουμε και στο μέλλον.

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους τοποθετούμαστε με ΚΑΤΑ.

 

 

[1] Στην συνεδρίαση της Μητροπολιτικής Επιτροπής Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης στις 22/05/2020. Η συνεδρίαση έλαβε χώρα ‘’δια περιφοράς’’, ηλεκτρονικά, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 10 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 55Α/11-03-2020) και την με α.π.: οικ.852/13-03-2020 απόφαση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας (ΑΔΑ: Ω0ΜΣ7ΛΛ-Γ4Θ)